ταρακούνημα

το, Ν [ταρακουνώ]
πολύ ισχυρό κούνημα, συγκλονισμός.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ταρακούνημα — το, ατος δυνατό κούνημα από τα θεμέλια, συγκλονισμός: Τι ταρακούνημα έκανε ο σεισμός! …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κλυδωνισμός — ο (AM κλυδωνισμός) [κλυδωνίζομαι] το αποτέλεσμα τού κλυδωνίζομαι, ταρακούνημα («ὑπὸ τῶν τοῡ βίου κλυδωνισμῶν καταποντιζόμενοι») …   Dictionary of Greek

  • σεισμός — Κατάσταση σφοδρής και ταχύτατης δόνησης μεγάλων ή μικρών τμημάτων του φλοιού της Γης, που προέρχεται από ενδογενή αίτια. Όταν σε μια ζώνη του εσωτερικού της Γης συμβεί μια απρόβλεπτη διατάραξη της ισοστατικής ισορροπίας των μαζών, με σύγχρονη… …   Dictionary of Greek

  • κλυδωνισμός — ο το ταρακούνημα του πλοίου από θαλασσοταραχή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.